Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2017

Είκοσι χρόνια μετά…

Είκοσι χρόνια μετά…


Καλοσύνη

Η καλοσύνη είναι ένας πύργος
ένας πύργος κόπου και υπομονής
που χτίζεται από πέτρες
κοφτερές σαν το ξυράφι

   Χρέος για τον χτίστη
   Χρέος για κάθε άνθρωπο
   να τον ορθώσει απ’ την γη
   μια προσευχή στον ουρανό
 
      Μα οι πέτρες καθώς τις
      κουβαλάει στην αγκαλιά του,
      καθώς τις στεριώνει,  
      άσχημα τον πληγώνουν.
      Απ’ τις πληγές του
      ρέει το αίμα άφθονο,
      είναι όμως τόσο λαμπερό

      όσο και οι πράξεις της καρδιάς του  




25 Αυγούστου 1996

  Μια φωτεινή κουκίδα διέσχιζε τον νυκτερινό ουρανό μερικές χιλιάδες μέτρα πάνω από το κεφάλι του. Ο φαντάρος με την τελαμώνα του ζωσμένη και το τυφέκιο του στα χέρια καθόταν πλάι στην σκοπιά, κοιτώντας το αεροπλάνο που ρυθμικά εξέπεμπε κόκκινες αναλαμπές. Το κοιτούσε να κινείται γρήγορα στη μέση του αχανούς θόλου καθώς γλιστρούσε αθόρυβα μέσα στο σκοτάδι, από τον νότο στον βορρά. Φάνταζε τόσο ψηλά λες και περνούσε ανάμεσα απ’ τα αστέρια, λες και τα μικροσκοπικά φώτα του τρεμόπαιζαν ανάμεσα τους.
“Ποιος ξέρει που να πηγαίνει; Μπορεί στην πατρίδα; Ίσως και στην Θεσσαλονίκη;” Αναρωτιόταν δακρυσμένος ο φαντάρος μέχρι που το είδε να χάνεται στο σκοτεινό άπειρο. Πόσο θα το ήθελε, πόσο το είχε ανάγκη να ήταν μέσα σε αυτό το αεροσκάφος και να έφευγε σε μια στιγμή μακριά από εδώ, μακριά απ’ όλα όσα τον τυραννούσαν στο νησί. Δεν είχε τόσο σημασία ο προορισμός, ας τον πήγαινε ακόμη και σε μια μακρινή πόλη του βορρά, φτάνει να έφευγε…
“Άρε μάνα, πότε θα γυρίσω σπίτι; Θα γυρίσω ποτέ;”
  Ήδη υπηρετούσε τέσσερις μήνες στην ΕΛΔΥΚ, στο τάγμα, στην Μαλούντα. Είχαν περάσει μόνο τέσσερις μήνες από τότε που ήρθε με το C 130 από την Ελευσίνα στην Λάρνακα, τον Απρίλη, ανήμερα του Αι Γιώργη. Και ήταν μόνο τέσσερις μήνες και ας φαίνονταν αιώνες.
   Δύσκολη η κατάσταση στο νησί για έναν Έλληνα φαντάρο και απότομα τον τελευταίο καιρό είχε γίνει επικίνδυνα εμπόλεμη. Όλα έγιναν αστραπιαία μετά τα επεισόδια στην πράσινη γραμμή και την δολοφονία από τους γκρίζους λύκους των Κυπρίων πατριωτών Ισαάκ και Σολωμού. Σκέτη παράνοια επικρατούσε, οι συνεχείς επιφυλακές, οι στρατιωτικές ασκήσεις, οι συναγερμοί, οι εκκενώσεις του στρατοπέδου και οι εικονικοί βομβαρδισμοί μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, είχαν σπάσει τα νεύρα όλων και τους είχαν εξουθενώσει. Για έξοδο στην Λευκωσία ούτε συζήτηση, είχε περάσει πάνω από μήνας πια.
   Στεναχώρια είχε πέσει και έξω από το στρατόπεδο στα φαγάδικα, στα καφέ και τα μπαρ. Οι γυναίκες με τα θλιμμένα πρόσωπα κάτω από το βαρύ μακιγιάζ, οι γυναίκες των μαγαζιών της νύχτας, που γελούσαν πάντα για το κέφι των άλλων, είχαν χάσει τους «γαμπρούς» με τα χακί και έβριζαν τους Τούρκους μέρα- νύκτα και αυτές. Τα χρήματα τα είχαν μεγάλη ανάγκη, να τα στείλουν πίσω στην πατρίδα τους⸱ η κάθε μια για τους δικούς της λόγους, για τους ανθρώπους που είχαν αφήσει πίσω τους. Τα αφεντικά όμως δεν θα τις πλήρωναν μεροκάματο μέχρι να επέστρεφαν πάλι οι φαντάροι στα κωλόμπαρα τους, για να κερνάνε άφθονες τις αναθεματισμένες μπόμπες τους…
   Τρέλα επικρατούσε στο στρατόπεδο, μα ειδικά για τους παλιούς που έβλεπαν την απόλυση τους ορατή όλο αυτό τους τρέλαινε ακόμα παραπάνω. Και οι νέοι; Για τους νέους ήταν ένα πραγματικό μαρτύριο αυτή η κατάσταση. Από την μια οι παλιοί που μέσα στην νεανική τους ραθυμία, τους έκαναν τραγικά καψώνια και από την άλλη όλη αυτή η εμπόλεμη κατάσταση που δεν τους άφηνε να πάρουν ανάσα. Σαν την ζέστη που ακόμα και εδώ ψηλά ήταν αποπνικτική, μέσα στην άγρια νύχτα.
   Οι σκέψεις του διακόπηκαν απότομα, κάπου προς την πίσω πύλη του φυλακίου ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος. Ενστικτωδώς σήκωσε το όπλο του και σημάδεψε προς τα έξω,
- Αλτ Τι Σι…   Αλτ Τι Σι…  καμιά απάντηση… Αλτ Τι Σι, ξαναφώναξε και πάλι όμως όλα παρέμειναν ήσυχα… Ο θόρυβος σε λίγο ξανακούστηκε, σε ένα άλλο σημείο μακρύτερα, όμως αυτήν την φορά δεν εντόπισε την προέλευση του.
- Αλτ Τι Σι… Αλτ Τι Σι…
Σε λίγο ακούστηκε πάλι ο θόρυβος, αλλού αυτή την φορά αν και δεν καταλάβαινε από που πραγματικά ερχόταν.
- Αλτ Τι Σι… Αλτ Τι Σι… και πάλι τίποτα, όμως τώρα είχε χάσει την ψυχραιμία του και μια στιγμή, απολύτως παράτυπα για σκοπός, φώναξε απειλητικά,
-Άρε τσογλάνια, θα σας θερίσω… δεν παίζω εδώ πάνω ρε χαμούρες, γεμάτο είναι το  G3 ρε… Δεν θα πάω σαν τον δόκιμο, εγώ θα σας φάω πρώτος…”  Έτρεμε, στριφογυρνούσε γύρω γύρω, άκουγε τώρα την καρδιά του να χτυπάει φρενιασμένα μέσα στην εκκωφαντική ησυχία του φυλακίου, στα βουνά πέρα από την Λευκωσία.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                          
    Με το που ήρθαν στο φυλάκιο, έμαθαν την ιστορία για τον δόκιμο, όλα θολά και ομιχλώδη. Κάποιοι έλεγαν πως ξένοι τον πυροβόλησαν απ’ έξω από τον φράκτη. Άλλοι ότι το έκαναν από μέσα κάποιοι παλιοί που ήταν μπλεγμένοι με ναρκωτικά και άλλοι πάλι μιλούσαν για ξεκαθάρισμα λογαριασμών από λαθρεμπόριο όπλων.
  “Να προσέχετε ψαράδες, ποτέ δεν ξέρεις από πού μπορεί να σου έρθει το κακό” τους είχαν προειδοποιήσει οι παλιοί χαμογελώντας, μα με έναν τόνο αινιγματικό για να ανησυχούν ώστε να μην κοιμούνται ήσυχοι, ειδικά στην σκοπιά...

- Ασιμί*…ρε ασιμάκι… Έλα, έλα εδώ είμαι, εδώ, εδώ ρε, δε με βλέπεις; Εδώ πάνω είμαι... Σε μια σκοπιά που δεν γνώριζε καν την ύπαρξη της, πάνω σε ένα ύψωμα, στην πλάτη του ακριβώς είχε νούμερο* εκείνη την ώρα και ο Σταμάτης, ο Πετρωτός
   Ο Σταμάτης ήταν κοντοσειρά*, πιο παλιός απ’ τον ίδιο μα και πιο μικρός στην ηλικία. Τον είχε σταμπάρει στο στρατόπεδο και κανά δυο βράδια στην Λευκωσία, στο σπίτι του εθνοφρουρού, για μπριζόλα στα κάρβουνα. Ήταν καλό παιδί ο Πετρωτός, τα ανοιχτόχρωμα μάτια του πάντα χαμογελούσαν. Σε λίγο που θα έφευγαν οι παλιοί θα ηρεμούσαν πια οι σειρές του Πετρωτού, μιας και τότε θα ήταν αυτοί οι παλαιότεροι και το στρατόπεδο δικό τους.
   Στάθηκαν δίπλα απ’ την σκοπιά του Σταμάτη που πριν λίγο τον είχε ακούσει να ωρύεται από τον φόβο του και τον κάλεσε πάνω για να τον ηρεμήσει,
- Ρε ασημί μην σκας ρε, τίποτα ρουφιάνοι είναι από την ασφάλεια στρατοπέδων, το κάνουν συχνά για να μην μας παίρνει ο ύπνος. Κάτσε εδώ, και του έδειξε με το χέρι του, από εδώ βλέπουμε τα πάντα, αν έρθει το περίπολο κατεβαίνεις στα γρήγορα και τους αιφνιδιάζεις.
- Και ο δόκιμος;
- Έλα ρε ασιμί, ατύχημα ήταν σίγουρα, απλά το λένε οι παλιοί για να κάθεσαι σούζα, είπε ο Σταμάτης και συνέχισε χαμογελώντας, σήμερα σε είδα με τον Στειακάκη και τον Γκερλιώτη, μέσα στο λιοπύρι την λαδώσατε την καμήλα για τα καλά, κακομοίρηδες μου…
- Μας βρίζανε κιόλας τα κωλόπαιδα, απάντησε θυμωμένος, το άλλο δεκαοχτώ χρονών και… άρε και να είμαστε έξω.
- Τι να κάνεις ρε ασιμί; Για ρώτα και εμένα τι έχω τραβήξει.
- Φαντάζομαι… πολλά…
- Άκου λοιπόν. Σαν πρωτοήρθαμε, νέος μέσα στον λόχο, όλη μέρα σκοτωνόμαστε… και δεν κοιμόμουν ούτε τα βράδια. Ο πατέρας*, είπε ο  και γέλασε ειρωνικά όλο και κάτι ήθελε. Έπαιρνε την ξιφολόγχη και με τρύπαγε από κάτω.
“Γιε μου*, γιε μου, με ακούς ρε τσογλάνι, διψάω.” Δεν προλάβαινα να επιστρέψω στον θάλαμο και μόλις με έπαιρνε δυο λεπτά ο ύπνος πάλι με κάρφωνε μέσα από το στρώμα.
“Γιε μου, πεινάω παλικάρι μου. Άντε και ο γέρος πατέρας σου χρειάζεται φαί, άντε να πας πίσω από τον όρχο*… Με ακούς ρε, άντε τσακίσου ρε κωλόπαιδο και έρχεται ο Τάκος σε δυο λεπτά με την μπριζόλα και τις πατατούλες μου.”
- Όλο το βράδυ πάνω, κάτω. Μια σειρά από την Λαμία, ο κακομοίρης δεν άντεξε, έπαθε η καρδιά του και τον τρέχανε στο νοσοκομείο στον Στρόβολο, στα επείγοντα… Θα φύγουν όμως σε λίγο και ύστερα θα ησυχάσουμε και μετά άντε ακόμα λίγο και θα απολυθούμε, είπε με ένα πλατύ χαμόγελο ο Πετρωτός.
- Θα κάνεις και εσύ τα ίδια; Τον ρώτησε ο Τάσος,
- Όχι ρε ασιμί, δεν το βαστάει εμένα η καρδιά μου…
- Το ξέρω, δεν χρειάζεται να μου το πεις, είσαι ένας άνθρωπος γεμάτος καλοσύνη …

  






Για λίγο οι δυο τους παρέμειναν σιωπηλοί κοιτώνας από ψηλά το φυλάκιο και τις σιλουέτες των βουνών που διαγράφονταν αχνά μέσα στην αυγή…
- Βλέπεις εκείνη την μικρή λίμνη; Ένα φράγμα είναι που φτιάξανε οι κουμπάροι* για να έχουν νερό το καλοκαίρι, έδειξε ο Σταμάτης.

- Φυσικά, είναι απαραίτητο αφού υπάρχει μεγάλο πρόβλημα με το νερό στο νησί.
Σε λίγο ο ήλιος πρόβαλε ανάμεσα απ’ τα βουνά και καθώς ανέβαινε να μεσουρανήσει, χρύσωσε τα σπιτάκια ενός χωριού που ίσα διέκριναν από εκεί ψηλά οι δυο φαντάροι.
- Άσχημο να ζεις μέσα στο φυλάκιο, είναι όμως όμορφα από εδώ πάνω, ε, ασιμί;
- Πολύ όμορφα Σταμάτη. Και η Λευκωσία είναι πολύ όμορφη, η παλιά πόλη με την γραφικότητα της όμως και τις βαθιές πληγές της. Η νέα τώρα είναι σαν ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, εμπορικά Κέντρα, σινεμά, ευρύχωροι δρόμοι, ψηλά κτίρια…
- Εμένα μου αρέσει το City Plaza στην λεωφόρο Μακαρίου, το σινεμά η Ζήνα και η Λήδρας με τα μαγαζιά της. Ο Σταμάτης έξυσε το κεφάλι του μέσα από το κράνος και συνέχισε, εδώ φίλε το καλοκαίρι είναι ανοιχτές οι χειμερινές αίθουσες, το πιστεύεις;
Εμείς έχουμε τα θερινά Σταμάτη όμως μου αρέσει αυτό, όπως πριν λίγες μέρες να έχει έξω 40 βαθμούς και εγώ να βλέπω το «Τζουμάντζι» δροσερά δροσερά… Διέκοψε απότομα καθώς κοίταξε το ρολόι του, ασιμί κατεβαίνω, τελειώνει το νούμερο* μας. 

    Σε δυο μέρες επιτέλους κατέβηκαν από το φυλάκιο στο τάγμα και ανάσανε. Ευτυχώς ο εφιάλτης του σταμάτησε, εκμεταλλευόμενος τις γνώσεις στα ηλεκτρολογικά και τα ηλεκτρονικά κέρδισε μια από τις δυο θέσεις των ηλεκτρολόγων της μονάδας. Τώρα μπορούσε να βγαίνει στην Λευκωσία και τα πρωινά, για τα υλικά των έργων και των επισκευών και γνώρισε αρκετούς Κυπρίους. Του έκανε εντύπωση ο επαγγελματισμός τους και γενικά τους συμπάθησε ως ανθρώπους. Του φάνηκε πως έβλεπε την παραλλαγή μιας πιο συντηρητικής ελληνικής κοινωνίας, εμπλουτισμένη με στοιχεία από τους Άγγλους λόγω της συμβίωση τους Όπως όμως είχε διαπιστώσει στις κεντρικές φυλακές Λευκωσίας, αυτή η συμβίωση δεν ήταν καθόλου ιδανική. Στην επίσκεψη του λόχου του στα φυλακισμένα μνήματα, στον τάφο του ήρωα μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη και του αγωνιστή της ΕΟΚΑ Γρηγόρη Αυξεντίου, διαπίστωσε ότι το νησί είχε υποστεί από τους Άγγλους μια μακρά τυραννική κατοχή, στα 82 χρόνια της Αγγλοκρατίας μέχρι το 1960. Δυστυχώς όμως λίγα χρόνια μετά, το 1974, η πολύπαθη Κύπρος υπέστη μια νέα τραγωδία, μια νέα κατοχή, από τους Τούρκους αυτήν την φορά. Αυτή η συνεχιζόμενη κατοχή του νησιού που χρόνια μετά έφερε και τον ίδιο να υπηρετήσει στην Ελληνική Δύναμη Κύπρου. 
    Σε λίγο καιρό ο υποδιοικητής έπινε νερό στο όνομα του για τα ηλεκτρολογικά έργα που ολοκλήρωσε. Και δεν ήταν μόνο αυτό, ένα σωρό επισκευές από το ενισχυτή για τις εκδηλώσεις του στρατοπέδου μέχρι της διάφορες μικροσυσκευές. Το κερασάκι στην τούρτα ήρθε όταν χάλασε η τηλεόραση στην λέσχη αξιωματικών. Την έφτιαξε μέσα σε λίγες ώρες και το τσιγκελωτό μουστάκι του υποδιοικητή, από το χαμόγελο έφτασε μέχρι τα αυτιά μιας και δεν θα έχαναν το ποδόσφαιρο το βράδυ. Επιπλέον ο διοικητής έδωσε στον υφιστάμενο του και συγχαρητήρια το βράδυ στον αγώνα, για την άμεση επισκευή του τεχνικού, που φυσικά ο ίδιος είχε υπό την επίβλεψη του !!!! 
  Τώρα πια δεν είχε ανάγκη κανέναν από τους παλιούς, ίσα ίσα τον παρακαλούσαν να τους δώσει ρεύμα σε καμιά μπρίζα για τις “παράνομες” τηλεοράσεις τους και εκείνος το χρησιμοποιούσε ως μέσο πίεσης για να σώζει κανέναν νέο από τα νύχια και τις ξιφολόγχες τους που τρυπούσαν ανελέητα κάτω από το στρώμα τους «γιούς».
   Ο Σταμάτης, ο Πετρωτός έφυγε σε λίγο καιρό μαζί με τις σειρές του για Ελλάδα, μα όσο έμειναν μαζί στο στρατόπεδο εκείνος επιβεβαίωσε ξανά και ξανά την καλοσύνη αυτού του παιδιού με το ίδιο με εκείνον ασημί…   

22 Ιανουαρίου 2017




Ξημέρωνε παγωμένη η Κυριακή. Ο Βαρδάρης εδώ και ώρες στροβιλιζόταν στην κοιλάδα του Αξιού και κατέβαζε μαζί του όλη την παγωνιά των Βαλκανίων. Από τα μεσάνυχτα του Σαββάτου λυσσομανούσε καθώς διέσχιζε τον κάμπο των τριών ποταμιών, και όταν έφτανε στην πόλη ξεχυνόταν με μανία πάνω της. Όλο το βράδυ περιδιάβαινε με βοή τους άδειους δρόμους σαν μεθυσμένος αλήτης, παρασέρνοντας ότι έβρισκε στο διάβα του. Καλά τα ντενεκεδόκουτα μα πιο πολύ διασκέδαζε με τους εκκωφαντικούς θορύβους από τις τέντες που βογκούσαν σπαρακτικά καθώς τις τραμπάλιζε με όλη του την ορμή, τίποτα δεν παρέμεινε γαλήνιο τούτο το βράδυ.  Όλο το βράδυ κύκλωνε με τις παγερές αναπνοές του τις γειτονιές της Άνω Πόλης και κάθε τόσο ορμούσε στον Κέδρινο λόφο σφυρίζοντας τον γνώριμο σκοπό του ανάμεσα από τα πεύκα που πάλευαν να κρατηθούν στο χώμα. Έπειτα σαν επιδέξιος ακροβάτης με σάλτα και ελιγμούς περνούσε ανάμεσα απ’ τα αρχαία χαλάσματα του τείχους κι άφριζε τον Θερμαϊκό καθώς χοροπηδούσε στα νερά του.
   Κυριακή 22 του Γενάρη και το εορτολόγιο έγραφε Αναστασίου του Πέρσου. Ο Τάσος πάντα γιόρταζε το Πάσχα, αλλά από φέτος είχε αποφασίσει να γιορτάζει δυο φορές. Θα γιόρταζε και το Πάσχα στην μέση της Άνοιξης όμως και στο καταχείμωνο, στις 22 Ιανουαρίου του Αναστασίου του Πέρσου. Έτσι, όπως ο ίδιος έλεγε και θα τιμούσε τον Άγιο και θα επέκτεινε τις γιορτές των Χριστουγέννων που του άρεσαν πολύ μέχρι τα τέλη του Γενάρη. Όχι ότι τον ενδιέφεραν τα δώρα, όμως ευχές θα έπαιρνε δυο φορές και ίσως έτσι να έπειθε και την Μαρία, να του αφήσει το χριστουγεννιάτικο δένδρο στο σαλόνι μέχρι την γιορτή του. Θα το λάτρευε αυτό !!!  Επιπλέον φέτος στην Θεσσαλονίκη είχε πολλά κρύα και το χιόνι που είχε πέσει μέρες πριν, είχε μείνει σε πολλά ανήλια σημεία. Χαρά μεγάλη για τον εορτάζοντα που παρά τα προβλήματα αγαπούσε υπερβολικά το χιόνι και γίνονταν πάλι παιδί στο λευκό τοπίο !!!
   Λίγη ώρα πριν χτυπήσουν οι καμπάνες της Αγίας Βαρβάρας, το κουδούνι στο ισόγειο διαμέρισμα απέναντι από την εκκλησία χτύπησε επίμονα, μακρόσυρτα, δυο και τρεις φορές. Παρά τον τρελό Βαρδάρη τέτοια ώρα όλοι στο σπίτι κοιμόταν βαθιά, όμως το κουδούνισμα ήταν τόσο επίμονο που ξύπνησαν άπαντες. Ο Τάσος τινάχθηκε και ζαλισμένος από τον βαθύ ύπνο φτάνοντας στην πόρτα κοίταξε μέσα από το ματάκι της⸱ να σιγουρευτεί πριν ανοίξει. Δεν είδε κάποιον και έκανε να φύγει, όμως τότε άκουσε την ξεψυχισμένη φωνή ενός άντρα, που βογκούσε πονεμένα,
“Ωχχ… μάνα μου…” “Ωχχχ… πονώ…”
   Σε αυτό το μακρόσυρτο κάλεσμα σε βοήθεια δεν ήταν δυνατόν να κάτσει κρυμμένος και πετάχτηκε έξω από το ανώγειο διαμέρισμα του. Πέντε έξι άνθρωποι ήταν μαζεμένοι. Ο γείτονας του στον τελευταίο όροφο, το γεροντοπαλίκαρο ο Θωμάς κείτονταν ματωμένος πάνω στο μωσαϊκό, στην μέση του φωταγωγού.
“Πως έγινε;” Ρώτησε ο Τάσος αλαφιασμένος από την αναπάντεχη εικόνα. Εκτός από μια εξίσου απορημένη και τρομοκρατημένη ματιά του Μηνά, του αδερφού του Θωμά απάντηση δεν πήρε καθώς το σοκ όλων ήταν μεγάλο. Ο Θωμάς κατά την πτώση του, όπως όλα έδειχναν κάπου απ’ την σκάλα ίσως λόγω του παγωμένου χιονιού που είχε μαζευτεί κάτω από τα παπούτσια του, είχε σχεδόν παραλύσει. Τα άκρα του δεν υπάκουαν καθόλου, παρά μόνο εκτελούσαν αυτοβούλως κάποιες σπασμωδικές κινήσεις. 
   Πάνω από τον Θωμά σκυφτός ένας διασώστης του ΕΚΑΒ, προσπαθούσε να του δώσει τις πρώτες βοήθειες.                                                                                        
   Η αλήθεια ήταν πως ο Θωμάς, ναι μεν γλιστρούσε από το παγωμένο χιόνι των παπουτσιών του όμως είχε γυρίσει από το μπαρ στουπί, δεν έβλεπε μπροστά του. Στο “Captains” τα κορίτσια του ιδιοκτήτη, του θρυλικού Χοντρού ήταν στα καλύτερα τους. Ο Χοντρός στα νιάτα του είχε περάσει λίγα χρόνια απ’ τα καράβια. Στο πέρασμα του γνώρισε όλα τα καταγώγια των λιμανιών, σε Ευρώπη, Ασία, Αφρική, ακόμη και ιστορίες από το μακρινό Περού διηγιόταν σήμερα, 35 χρόνια μετά. Όμορφη ζωή μα τον πείραζε η θάλασσα, έτσι για να μην του λείπουν τα κορίτσια και οι ιστορίες των λιμανιών άνοιξε ένα μαγαζί με γυναίκες στην Τούμπα. «Κωλόμπαρο» δεν τολμούσε κανείς να το αποκαλέσει γιατί ο Χοντρός θα του έκοβε τα πόδια. “Εγώ τις σέβομαι ρε τις κοπέλες” έλεγε σε κανένα μάγκα που άπλωνε το χέρι στα κορίτσια του. “Μεροκάματο θέλουν και αυτές και εγώ. Μόνο κανένα ποτό παραπάνω να κερνούν οι μουστερήδες θέλω, σε τίποτα άλλο δεν μπλέκομαι” Στην αρχή το μαγαζί του είχε μόνο Ελληνίδες, ύστερα γέμισε και με κορίτσια από διάφορα μέρη. “Πάντα όμως καθαρές δουλειές, οι νταβατζήδες μακριά μου” προειδοποιούσε δείχνοντας τις ατσαλένιες γροθιές του. 
   Χρόνια στην πιάτσα ο Χοντρός άλλα τόσα και ο Θωμάς που αν και την μέρα δούλευε σκληρά ως οδηγός σε μια αποθήκη ηλεκτρικών ειδών, τα βράδια δεν ήθελε ησυχία. Στην αρχή ήταν ένας πελάτης σαν όλους τους άλλους μα με τα χρόνια οι δυο τους γινήκανε αδέρφια.
   Εκείνο το Σαββατόβραδο στις 21 του Γενάρη, από νωρίς ο Θωμάς κερνούσε και έπινε. Ευτυχώς αν και το προηγούμενο πρωί είχε καλογυαλίσει με τα χεράκια του όπως πάντα το αγαπημένο του δίλιτρο Mercedes⸱ μοντέλο του τέλους της προηγούμενης χιλιετίας, δεν το είχε πάρει μαζί του.
    Κατά τις 4.30 τα ξημερώματα της Κυριακής, μπήκε στην πολυκατοικία του παραπατώντας. Ανέβηκε μέχρι ένα σημείο και μέσα στο μεθύσι όπως γλιστρούσε, παραπάτησε. Έπεσε από την σκάλα στο φωταγωγό από ύψος τριών μέτρων, ευτυχώς είχε πέσει πρώτα με τα πόδια και έπειτα το κεφάλι του χτυπήθηκε στον πλαϊνό τοίχο. Πέρασε ώρα μέχρι να τον βρει τυχαία μια γειτόνισσα που κατέβαινε για την θεία λειτουργία στην Αγία Βαρβάρα.
    Ένας δεύτερος διασώστης μπήκε στην είσοδο της πολυκατοικίας μαζί με το ειδικό καρότσι μεταφοράς.
- κ. Θωμά με ακούς; Τον ρώτησε ο πρώτος διασώστης που μόλις που του είχε μπατάρει το κεφάλι καλά με γάζες και ελαστικό επίδεσμο, όμως δεν πήρε καμιά απάντηση.
- κ. Θωμά θα σε σηκώσουμε να κάτσεις στο καρότσι, μπορείς να πατήσεις στα πόδια σου; Μπορείς;
- Ωχ μάνα, ωχχ… πονώωωω… μάναααα… βόγκηξε ο Θωμάς.
Ο διασώστης σήκωσε το κεφάλι του και ζήτησε απ’ τους άνδρες που ήταν παρόντες,
- Παιδιά, όλοι μαζί να τον πιάσουμε, σιγά - σιγά.
Η φωνή, ναι αυτή η φωνή δεν ήταν αδίκως τόσο περίεργα οικεία. Σαν σήκωσε το κεφάλι του ο Τάσος τον αναγνώρισε αμέσως.    
- Ρε ασιμί τι κάνεις; Τον ρώτησε έκπληκτος. Ήταν ο Σταμάτης, ο Σταμάτης ο Πετρωτός, είκοσι χρόνια πριν στο στρατόπεδο στην Κύπρο, εκείνο το βράδυ στο φυλάκιο…
Ένα, δύο, τρία… ο Θωμάς ημιαναίσθητος με την βοήθεια όλων κάθισε στο καρότσι.
   Ενώ ο συνάδερφος του περνούσε το ιμάντα συγκράτησης στον Θωμά, ο Πετρωτός ήρθε κοντά στον παλιό συνάδελφο, του χαμογέλασε με εκείνο το γνώριμο γεμάτο καλοσύνη ανοιχτόχρωμο βλέμμα του και του απάντησε,
- Την δουλειά μου, ρε ασιμί…

Επίλογος

  Όταν έφυγε το ασθενοφόρο δεν επέστρεψα στο κρεβάτι μου. Εκτός του ότι πια δεν μου κολλούσε ύπνος από την ταραχή, μέσα μου είχε γεννηθεί ένα νέο διήγημα, το τελευταίο διήγημα που θα ξεκινούσα σε εκείνη την πολυκατοικία της οδού Στρατηγού Παπούλα, μα θα ολοκληρώνονταν σε ένα νέο σπίτι, μιας και σε λίγο καιρό θα μετακομίζαμε. Ευτυχώς αυτό το ατύχημα δεν ήταν μοιραίο, ο “Θωμάς” σώθηκε.
   Το διήγημα λοιπόν ολοκληρώθηκε λίγους μήνες μετά την μετακόμιση μας στο νέο σπίτι. Τις πρώτες σκόρπιες προτάσεις, το στόλισμα της ιστορίας που ξεκίνησα στην Τούμπα την ολοκλήρωσα στα Κυβέλεια, στην γειτονιά των εφηβικών μου χρόνων. Αυτή την δεύτερη φορά επέστρεψα στην παλιά μου γειτονιά στην δική μου ωριμότητα παντρεμένος με την Μαρία μου και έφηβη τώρα πια στην δική μου θέση, είναι η  Κλαίρη μου.
  Το «Είκοσι χρόνια μετά…» γράφτηκε χωρίς δυσκολία καθώς μόνο λίγη μυθοπλασία αρκούσε. Δεν χρειαζόταν να σκεφτώ καμιά πλοκή, τοπία, πρόσωπα και χαρακτήρες. Δεν χρειαζόταν τίποτα από όλα αυτά γιατί ήταν ένα διήγημα απλά αληθινό, που τόσο ευφάνταστα έγραψε η ίδια η ζωή σε Κύπρο και Θεσσαλονίκη, με πρόσωπα που είχαν σάρκα και οστά. Ένα διήγημα με πρωταγωνιστή έναν άνθρωπο γεμάτο από καλοσύνη, έναν αφανή ήρωα που η “δουλειά” του ταίριαζε απόλυτα με τον χαρακτήρα του. Είκοσι χρόνια μετά… 


   Αφιερωμένο στις γυναίκες και στους άνδρες, διασώστες και ιατρούς του ΕΚΑΒ, που δίνουν ψυχή και σώμα για τον συνάνθρωπο στις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής του.

Στην παλιά πολυκατοικία μας στην Τούμπα και στους ανθρώπους της.

Στην Μαρία και την Κλαίρη, στην νέα μας αρχή.


Α.  Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ  ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2017

Ποίημα, Καλοσύνη, Αναστάσιος Βαλμάς, Ανέκδοτο Δεκέμβριος 2017.

Θερμές ευχαριστίες στον ζωγράφο Ντίνο Παπασπύρου:

  1. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-117, Οικισμός Χαλκιδικής (Κωδ.725)
  2. ΠΙΝΑΚΑΣ-Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι. Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά...(2), τέμπερα, 37Χ64 εκ., 2001, Κωδ. 522


Επεξηγήσεις:

*Ασιμί προσφώνηση από το ΑΣΜ (Αριθμός Στρατιωτικού Μητρώου). Ένα τμήμα αυτού του μοναδικού αριθμού, είναι κοινό στους στρατευμένους από την ίδια περιοχή και ως εκ τούτου έχει καθιερωθεί να αποκαλούνται έτσι μεταξύ τους.
* Νούμερο, η σκοπιά, η ώρα της σκοπιάς π.χ. 4 – 6 το πρωί
* Σειρά, π.χ. 236, 237 κλπ Στρατιώτης με την ίδια ημερομηνία παρουσίασης, στο κέντρο νεοσυλλέκτων.
* Πατέρας & Γιος, ο παλιός και ο νέος αντιστοίχως στις στρατιωτικές μονάδες
* Όρχος, το σημείο όπου βρίσκονται συγκεντρωμένα τα στρατιωτικά οχήματα στο στρατόπεδο
* Κουμπάροι, παρατσούκλι για τους Κυπρίους.
* Τεχνίτης Τηλεπικοινωνιών, στρατιωτική ειδικότητα   


Παρασκευή, Αυγούστου 11, 2017

Κάποτε στο Μακεδονία Παλλάς

Κάποτε στο Μακεδονία Παλλάς


Υπάρχει μέσα μου ένα φως.
καμιά φορά σαν δέντρο ή σαν πουλί
ή ξέφτι απ' το γαλάζιο στο περβάζι σου.

Υπάρχει μέσα μου ένα φως
που όλα τα ξέρει κι όλα τα αισθάνεται
μοναχικό που ταξιδεύει απ' την αρχή του χρόνου
που αστράφτει μέσα στη μεγάλη νύχτα
και δεν παραδίδεται


Τόλης Νικηφόρου





Στον ένατο όροφο… στον ουρανό της πόλης... κοντά στα αστέρια…  


CORLEONE”

  Αστέρια λαμπυρίζουν στους τοίχους, φωτίζουν ελαφρώς τα διάσπαρτα γυάλινα τραπέζια με τις οβάλ πολυθρόνες και τους ευρύχωρους καναπέδες που είναι καμωμένοι από μαύρο δέρμα. Στην επιβλητική μπάρα από χοντρό ξύλο τριανταφυλλιάς θαμώνες κάθονται ακουμπισμένοι πάνω της, με ένα ποτό στο χέρι. Τους περιτριγυρίζουν πολύχρωμα μπουκάλια γεμάτα αλκοόλ, κρυστάλλινα ποτήρια κρέμονται ανάποδα, λαμπυρίζουν πάνω από τα κεφάλια τους ενώ πίσω τους η θάλασσα και ο ουρανός απλώνονται μέχρι την εσχατιά της πλάσης.
  Ο μπάρμαν πάντοτε άψογα ντυμένος, όμοια με τον σερβιτόρο, φοράει την στολή του ξενοδοχείου και το καρτελάκι με το όνομα του καρφιτσωμένο στο στήθος. Η μουσική παίζει χαμηλά και ο χώρος είναι πλημμυρισμένος από χαμόγελα και συζητήσεις. Τα παπούτσια βουλιάζουν στην παχιά, μαλακή μοκέτα, ένας δρόμος ζωγραφισμένος πάνω της οδηγεί σε άγνωστο προορισμό. Επάνω στις τσιμεντένιες κολώνες που συγκρατούν την οροφή, ορθώνονται κάποιοι άντρες. Φορούν γκρι παλτό και στα καλοκουρεμένα κεφάλια τους χαμηλά, στρογγυλά καπέλα. Με γυρισμένη την πλάτη τους, θαρρείς ζωντανοί, στέκονται ανάμεσα μας, μυστηριώδεις παρουσίες.
   Πίσω από την ξύλινη μπάρα, σύνορο με τον έξω κόσμο, η γυάλινη τζαμαρία. Αφήνει την ματιά να απλώνεται όσο το μπορεί. Nα απλώνεται απ’ την θάλασσα μέχρι τον ουρανό που τις βραδιές είναι γεμάτος αστέρια, γεμάτος φως από γαλαξίες μακρινούς. Ίσως και να μην υπάρχουν πια, όμως έμεινε το φως, η μνήμη τους, να ταξιδεύει στο άχρονο άπειρο.
  Ποιος ξέρει αν και εκεί έξω ζουν κάποιοι άλλοι σε ένα τόπο φιλόξενο, αν έχουν τις ίδιες αναμνήσεις παρέα με ένα ποτό στο χέρι; Ίσως να κάθονται γύρω από μια μπάρα σαν εμάς, ίσως κάποιες φορές να αναρωτιούνται και αυτοί αν ζουν μόνοι τους μέσα στο σύμπαν, ίσως μέσα στην νυχτιά να κοιτούν και το λαμπερό αστέρι που δίνει ζωή στην μικρή μπλε υδρόγειο μας, ίσως...   

 
   To μπαρ “Corleone” έγινε το αγαπημένο τους στέκι από την αρχή της γνωριμίας τους· κάπου στα 1998. Η Μαρία είχε πρωτοπάει μερικές φορές με την παρέα της, αυτή το γνώρισε στον Τάσο. Ανέβηκαν μαζί για πρώτη φορά στον ένατο όροφο του Μακεδονία Παλλάς στο δεύτερο τους ραντεβού, μετά το μπαλκόνι του “Τόττη” στην παλιά παραλία. Εκείνος το λάτρεψε αμέσως. Από εκεί ψηλά μπορούσε να δει όλη την πόλη, από τον Λευκό πύργο και το Επταπύργιο, μέχρι την κορφή των 1201 μέτρων του Χορτιάτη και το αρχοντικό Πανόραμα στην σκιά του. Μπορούσε να ταξιδεύει νοερά στον Θερμαϊκό, που άλλοτε γαλήνιος και άλλοτε φουρτουνιασμένος έβρεχε από την Καλαμαριά μέχρι τα πέτρινα πόδια του Ολύμπου.
   Το μπαρ στεγαζόταν στον ένατο όροφο του  ξενοδοχείου «Μακεδονία Παλλάς», πάνω από την νέα παραλία. Ξενοδοχείο σημαντικό, δεμένο με την νεότερη ιστορία της πόλης. Θυμόταν τον πατέρα του τον Δημήτρη να του περιγράφει πρώτα την γιγάντια επιχωμάτωση για την δημιουργία της νέας παραλίας και έπειτα την ειδική κατασκευή των θεμελίων του ξενοδοχείου μέσα στην θάλασσα από την τεράστια μπετοπρέσα. Μεγάλο επίτευγμα της μηχανικής στην Ελλάδα για τις αρχές της δεκαετίας του 60. Αν θυμόταν καλά ένα άρθρο της εφημερίδας “Μακεδονία” πρέπει να λειτούργησε στα 1972, την χρονιά της γέννησης του.
   Οι δυο τους επισκέπτονταν το “Corleone” πολύ συχνά, ειδικά τα Σαββατόβραδα όταν κανόνιζαν μια έξοδο, μόνοι ή με φίλους. Πριν ανεβούν στον ένατο πάντα θαύμαζαν το ψηφιδωτό δάπεδο του ισογείου και η Μαρία έριχνε μια κλεφτή ματιά προς το lobby όπου πριν χρόνια ο πρόεδρος της μεγάλης εταιρείας τηλεπικοινωνιών εκεί της είχε πάρει συνέντευξη. Την είχε επιλέξει μεταξύ πολλών άλλων υποψηφίων για μια θέση στην επιτυχημένη εταιρεία του. Αυτός ήταν και ο λόγος να γνωριστεί με τον Τάσο μιας και αυτός ήδη δούλευε ως τεχνικός στην ίδια εταιρεία. Άλλος ένας λόγος που τους συνέδεε συναισθηματικά με το Μακεδονία Παλλάς.
  Η ιστορία τους συνεχίστηκε σ’ αυτό το ξενοδοχείο αφού στο “Corleone” πέρασαν ατελείωτες ώρες συζητήσεων και γεγονότων για τις πιο σημαντικές στιγμές τους. Στην αρχή ήταν η προετοιμασία των αρραβώνων τους, μετά από τέσσερα χρόνια εκεί και πάλι οργάνωναν τον γάμο τους. Εκεί περίμεναν λίγους μήνες έπειτα και την Κλαιρούλα τους και αργότερα σχεδίαζαν το δωμάτιο της. Στο φιλόξενο περιβάλλον του έκαναν γνωριμίες, συζήτησαν πολλά απ΄ τα μικρά θέματα της καθημερινότητας, όπως κι ένα σωρό πολιτικά γεγονότα, πολέμους και καταστροφές στην Ελλάδα και τον κόσμο.  Μέχρι και τα τρία αποτυχημένα προξενιά που ο Τάσος – και μόνον αυτός -  έβλεπε με βεβαιότητα ότι θα κατέληγαν σε κουφέτα, εκεί έγιναν.
   Με το προσωπικό είχαν γίνει φίλοι και μόνο από ευγένεια περίμεναν την παραγγελία για το λευκό κρασί της Μαρίας και την γλυκιά σοκολάτα του Τάσου. Όμορφο και φιλόξενο το εσωτερικό, όμως το καλοκαίρι όταν η γυάλινη τζαμαρία άνοιγε το μπαρ αποκτούσε το πιο όμορφο μπαλκόνι της πόλης. Τότε τους άρεσε να κάθονται δίπλα στο χώρισμα με το πολυτελές εστιατόριο του ξενοδοχείου, την “Πορφύρα” που καταλάμβανε το υπόλοιπο του ορόφου.  Όλη η κοσμική Θεσσαλονίκη, επιχειρηματίες, πολιτικοί περνούσαν κάθε βράδυ απ' το εστιατόριο του ξενοδοχείου και όχι μόνο. Κατά καιρούς σημαντικοί Ευρωπαίοι πολιτικοί και μεγάλοι αστέρες του κινηματογράφου είχαν διαμείνει σε κάποια από τις σουίτες και γεύτηκαν τα εδέσματα των εξαιρετικών Σεφ της “Πορφύρας”. Και ο Τάσος ονειρευόταν να  κάνει μια μέρα έκπληξη στην Μαρία μια μικρή διαμονή σε κάποια από τις όμορφες σουίτες του ξενοδοχείου, να απολαύσουν το γαλάζιο από το κρεβάτι τους ξυπνώντας το πρωί, να χαρούν την πόλη τους, σαν δυο ανέμελοι τουρίστες. Οι δυο τους πολλές φορές που έβρισκαν κενό το ακριανό τραπέζι στο χώρισμα με την «Πορφύρα» καθόταν εκεί, όπου ο θόρυβος από τις συζητήσεις και τα γέλια του Corleone ήταν λιγότερος και έτσι μπορούσαν να απολαμβάνουν τις όμορφες μελωδίες από το πιάνο του εστιατορίου, έστω και “λαθραία”.


Ένα απρόσμενο γεγονός

  Ένα κρύο Σαββατόβραδο λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων του 2008 ο κατακόκκινος ουρανός κάθε τόσο άφηνε μερικές χιονονιφάδες να πέσουν στην γιορτινά φωτισμένη πόλη. Η μικρούλα τους κοιμόταν βαθιά παρέα με την γιαγιά Αγγελική και οι δυο τους, μετά από καιρό, βρήκαν την ευκαιρία για μια βραδινή έξοδο στο αγαπημένο τους μπαρ. Σε λίγη ώρα από το νοικιασμένο τριαράκι τους στο γήπεδο της Τούμπας είχαν φτάσει στην παραλία, στο Φάληρο· μια κατηφόρα δρόμος. Με το μυαλό στην μικρή και με το ενδεχόμενο να χτυπήσει το τηλέφωνο ανά πάσα στιγμή για μια εσπευσμένη επιστροφή, πέρασαν βιαστικά την πολυτελή περιστρεφόμενη είσοδο του ξενοδοχείου και πήραν τον ανελκυστήρα για τον ένατο όροφο. Στο άνοιγμα της πόρτας αντίκρισαν σκοτάδι και στην  θέση των γνώριμων ήχων του “Corleone” υπήρχε μόνο μια ανησυχητική βουβαμάρα. Μερικά βήματα και μόνο έφταναν, με έκπληξη και με λύπη ανακάλυψαν πως το αγαπημένο τους μπαρ είχε γίνει εργοτάξιο. Κοιτάχτηκαν αμήχανα, λυπημένα, μετά από αυτό δεν είχαν καμία όρεξη για έξοδο. Πήραν το ασανσέρ και κατέβηκαν στο πολυσύχναστο ισόγειο. Απέναντι από την ρεσεψιόν παρατήρησαν τώρα την ενημερωτική πινακίδα που πληροφορούσε πως το αγαπημένο τους μπαρ θα ανακαινίζονταν και σύντομα θα ήταν και πάλι έτοιμο να τους υποδεχτεί με τον φιλόξενο τρόπο του ξενοδοχείου και την υπέροχη θέα στην πόλη.
«Ε, το χρειαζόταν και λιγάκι αυτό το λίφτινγκ μετά από τόσα χρόνια», είπε ο Τάσος προσπαθώντας να βρει κάτι το καλό στην όλη υπόθεση.
  Έξω χιόνιζε τώρα έντονα, βιαστικά μπήκαν στο μικρούλι Citroen τους και ανηφόρισαν για τα ψηλά της Τούμπας. Στο δρόμο νοστάλγησαν τα όμορφα βράδια που πέρασαν στον ένατο όροφο. Μέσα στην παγωνιά του χιονισμένου τοπίου , με το καλοριφέρ στο μέγιστο, θυμήθηκαν εκείνα τα ζεστά σαββατόβραδα, έξω στο μπαλκόνι, με τις μελωδίες του πιάνου από το κοσμικό εστιατόριο. Μπορεί ποτέ να μην πέρασαν την είσοδο του, μα τόσες και τόσες φορές ταξίδεψαν νοερά οι δυο τους, κάθε φορά για κάποιο άλλο νησί, παρέα με τους επιβάτες που αν και δεν τους έβλεπαν στο βάθος της θάλασσας, είχαν τις ίδιες προσδοκίες και τα ίδια εφήμερα όνειρα του καλοκαιριού. Με συνοδεία τις νότες έβλεπαν τα πλοία να κινούνται αργά αργά, αναδεύοντας τα νερά με το φως του φεγγαριού, να χάνονται μετά το Καραμπουρνάκι αφήνοντας πίσω τους την Θεσσαλονίκη, μια ανάμνηση.  Σαν το μπαρ τους...   
    


Μια ... έκπληξη

  Από εκείνο το σαββατόβραδο είχαν περάσει κοντά τρεις μήνες. Ανυπομονούσαν πότε επιτέλους θα ερχόταν η στιγμή να ανεβούν στον ένατο όροφο ώστε να  δουν το αγαπημένο τους μπαρ στην νέα του μορφή. Αν και τους προβλημάτιζε λίγο το πως θα ήταν τελικά αυτή η ακαθόριστη, νέα μορφή. Αν και αναρωτιόταν αν είχε ολοκληρωθεί η ανακαίνιση, αποφάσισαν να κάνουν μια βόλτα ως εκεί. Ήταν φυσικά και πάλι Σαββατόβραδο·  η μόνη νύχτα εξόδου της εβδομάδας, κι ήταν εξαίσια γλυκό, ύστερα από μια ζεστή μέρα που δεν θύμιζε Μάρτη μα πιο πολύ προχωρημένο Μάη. 
   Έφτασαν κατά τις δέκα, αφού φυσικά πριν είχαν βάλει την κορούλα τους για ύπνο.    
Πλάι στο ασανσέρ είδαν με χαρά πως η ενημερωτική πινακίδα για την ανακαίνιση είχε αφαιρεθεί. Σε λίγο επιτέλους το ασανσέρ έφτασε στον ένατο, βγήκαν στο προθάλαμο. Άπλετο φως έλουζε το μικρό σαλονάκι που είχε τοποθετηθεί τώρα αντί της κλασικής πολυθρόνας που βρισκόταν στο σημείο παλιότερα.
- Τι είναι αυτό; Ρώτησε ο Τάσος βλέποντας μια κλειστή πόρτα με κάθετες ρίγες και ένα μικρό παραθυράκι στο ύψος των ματιών. Εκεί κάποτε ήταν η ανοικτή είσοδος προς το μπαρ τους, το “CORLEONE”. Μια ανησυχία τον κυρίευσε, κάτι δεν του ταίριαζε, κάτι δεν πήγαινε καλά.
   Η Μαρία προχώρησε πρώτη. Η ριγέ πόρτα άνοιξε από μέσα και ένας ευπαρουσίαστος νεαρός τους χαιρέτησε. Αμέσως είδαν το σημείο που ήταν η είσοδος του μπαρ και δίπλα της το μεγάλο παράθυρο, η γωνιά με τους καναπές. Τίποτα δεν υπήρχε από όλα αυτά στην θέση τους ανοιγόταν ένας μακρύς διάδρομος. Στο βάθος του μια ακόμη είσοδος, μέσα στο ημίφως που επικρατούσε διακρίνονταν μπροστά της δυο κοπέλες. Η μία ήταν εντυπωσιακά ψηλή, με κοντά ασύμμετρα μαλλιά βαμμένα σαν στάχυα, στα ζυγωματικά και γύρω από τα μάτια είχε έντονο μακιγιάζ που όμως δεν τραβούσε καθόλου τα βλέμματα μιας και για αυτό φρόντιζε το αποκαλυπτικότατο κομμάτι από μαύρο ύφασμα που ίσα ίσα έφτανε, δεν έφτανε να καλύψει τα επίμαχα σημεία. Η δεύτερη καθόταν διπλά στην πόρτα της νέας εισόδου, πίσω από ένα αναλόγιο. Ήταν μετρίου αναστήματος με ύφος μπλαζέ. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα, αρκετά ανταγωνιστικό της ξανθιάς. Σε αντίθεση στο σκούρο δέρμα της, είχε φορέσει μπλε φακούς επαφής. Στον υποφωτισμένο διάδρομο το σκούρο μπλε βλέμμα, της έδινε μια αλλόκοτη, ίσως και τρομακτική μορφή.
   Το ζευγάρι δεν πίστευε στα μάτια του. Η ζεστασιά και η οικειότητα που ένοιωθαν σ’ αυτόν τον χώρο είχαν χαθεί ανεπιστρεπτί. Σε λίγο όμως και άλλες εκπλήξεις τους περίμεναν.
- Παρακαλώ έχετε κάνει κράτηση; Ρώτησε η κυρία στο αναλόγιο με ύφος χιλίων καρδινάλιων.
- Όχι, ξέρετε εμείς νομίζαμε... προσπάθησε να αρθρώσει ο Τάσος που παράλληλα την αναγνώρισε από κάποια στιγμή στο παρελθόν, όντας υπεύθυνη εκείνη σε ένα από τα κοσμικά στέκια της πόλης, που στεγαζόταν σε έναν χώρο στην παραλία λίγο πιο μακριά από το “Μακεδονία Παλλάς”.
- Δεν πειράζει τον διέκοψε άναψε ένα μικρό φωτιστικό και βάλθηκε να ελέγχει με προσοχή τις κρατήσεις.
- Την θυμάσαι; Ρώτησε ο Τάσος την γυναίκα του.
- Δεν μπορώ να θυμηθώ
- Στο in, στην παραλία.
- Α, ναι στο in.
- Νοίκιασαν τον χώρο, οι τύποι δεν έχουν καμιά σχέση με το ξενοδοχείο, με το αγαπημένο μας μπαρ...
Αφού γύρισε το κεφάλι δυο τρεις φορές δεξιά, αριστερά πάνω στις σημειώσεις της, η μετρ τους ανακοίνωσε με αυστηρή φωνή,
- Μόνο στο μπαρ ή σε κάποιο σταντ είπε η μετρ και ταυτόχρονα η ξανθιά άνοιξε την είσοδο και τους έδειξε τον δρόμο προς το εσωτερικό του χώρου.
    Ένα βήμα τους χώριζε από το να τους αποκαλυφθεί η αλήθεια. Το νεαρό ζευγάρι μουδιασμένο από όλη την κατάσταση πέρασε την είσοδο !!!  Ένας εντελώς νέος χώρος ανοίχθηκε μπροστά τους. Ήταν ένα μοντέρνο, μεγάλο, μονοκόμματο, μπαρ - ρεστοράν αντί του παλιού αγαπημένου τους μικρού και τόσο φιλικού μπαρ με την υπέροχη θέα και του πολυτελούς εστιατορίου με τις όμορφες μελωδίες του πιάνου.
  Γύρω τους παντού ρεζερβέ τραπέζια, περικυκλωμένα από κυκλικούς καναπέδες γεμάτους από επίδοξους κοσμικούς της συμπρωτεύουσας.
   Στο μπαρ “9 cloud level”,   αυτή η ονομασία είχε πλέον αντικαταστήσει το πάλλε ποτέ μαφιόζικο «CORLEONE», επικρατούσε συνωστισμός. Το ζευγάρι είχε βρει ευτυχώς λίγο χώρο σε μια σανίδα ξύλου βιδωμένη στον τοίχο πλάι στο μπαρ. Έμειναν όρθιοι ελλείψει σκαμπό, σαν τιμωρημένα σχολιαρόπαιδα. Έδωσαν την παραγγελία τους μετά από πολλά επίμονα νοήματα του Τάσου σε μια γλυκύτατη μα αγχωμένη σερβιτόρα η οποία ήρθε φουριόζα και εξαφανίστηκε σπρώχνοντας ελαφρά για να περάσει.  Όταν ήρθαν τα δυο ποτήρια λευκό κρασί - η σοκολάτα του Τάσου χάθηκε μαζί με το «Corleone» - συνοδεία λίγο ξηρών καρπών και αυτά μόνο φιστίκια αράπικα, καβουρντισμένα και λύσσα αλατισμένα, αναστέναξαν.
  Όσο περνούσε η ώρα τόσο το μαγαζί γέμιζε ασφυκτικά και από καινούργιους νιόφερτους καθώς η μουσική έπαιζε όλο και πιο δυνατά. Οι δυο τους κοίταζαν τον τοίχο μην μπορώντας καν να κουνηθούν από την θέση τους. Ο Τάσος όλο και γκρίνιαζε για όλους αυτούς που είχαν μαζευτεί και δεν τους άφηναν να απολαύσουν τίποτα, τους έκρυβαν ακόμη και το μόνο που είχε απομείνει από το παλιό τους στέκι.... την θέα...
Η Μαρία που τον κοιτούσε στο μισοσκόταδο προσπάθησε να τον ηρεμήσει.
- Αχ, ηρέμησε μωρό μου...
- Τιιιιι;;; Δεν ακούωωωω…
-  Ηρέμησεεε, επανέλαβε δυνατά.
- Τι να ηρεμήσω Μαρία,  της φώναξε στο αυτί, για να μπορέσει να τον ακούσει καθαρά, κάθομαι εδώ και κοιτάζω τον τοίχο. Θυμάσαι που καθόμασταν δίπλα στο μπάρμαν, μπροστά στην τζαμαρία; Δεν περίμενε την αυτονόητη απάντηση της και συνέχισε με την ανάμνηση ζωντανή στα μάτια του.
- Μπορούσαμε να βλέπουμε τον Λευκό Πύργο, το λιμάνι, την θάλασσα, τα αστέρια.
Τι ωραία που ήταν τότε. Τώρα είμαστε σαν τα ψάρια έξω από το νερό, να κοιτάμε τις πλάτες των “δήθεν” νεοφερμένων που μας κλέβουν την θέα, που μας κλέβουν...
Η Μαρία χαμογέλασε και του έπιασε το χέρι,
- Πάμε, του είπε και τον οδήγησε έξω από το μπαρ...
   Όταν άνοιξε η πόρτα του ισογείου ήταν λες και ξύπνησαν από ένα κακό όνειρο. Ήταν και πάλι στην λαμπερή, στην ζεστή ατμόσφαιρα του αγαπημένου τους ξενοδοχείου. Η ρεσεψιόν απέναντι τους ήταν γεμάτη από τουρίστες που μόλις είχαν φτάσει από Φιλανδία, στο lobby μερικές παρέες συζητούσαν χαμηλοφώνως.  Η Μαρία τον τράβηξε απαλά,
- Έλα...
  Χέρι χέρι διέσχισαν το ψηφιδωτό δάπεδο και βγήκαν στην βεράντα του ξενοδοχείου όπου μπροστά τους απλώνονταν ήρεμος ο Θερμαϊκός. Στάθηκαν αμίλητοι, τυλιγμένοι απ’ την ελαφριά αύρα που έφτανε από τα βαθειά. Μέσα στην βραδινή υγρασία τα φώτα του λιμανιού τρεμόπαιζαν ανάμεσα απ’ τους θηριώδεις βραχίονες των γερανών. Αγκυροβολημένο στα ανοιχτά ένα φορτηγό πλοίο γεμάτο με κοντέινερ από την Άπω Ανατολή, λικνίζονταν ανάλαφρα.


   Ο χρόνος κύλησε αργά πάνω από την πόλη, πάνω από την θάλασσα, πάνω από την βεράντα του Μακεδονία Παλλάς. Οι δυο τους κοιτούσαν εκστατικά τις φωτεινές κουκίδες του ουρανού που άλλαζαν αργά αποχρώσεις και έμοιαζαν να έχουν κατεβεί μια ανάσα απ’ το νερό. Ήταν τόσα πολλά που απορούσαν, ήταν σαν να μαζευτήκαν από κάθε γωνιά του νυχτερινού ουρανού μόνο για αυτούς. Η Μαρία φάνταζε λες και μόλις είχε γεννηθεί μέσα από ένα παιδικό παραμύθι, έλαμπε ανάμεσα στις φωτίτσες του ουρανού. Κοίταξε τον Τάσο με εκείνο το υπέροχο μελαχρινό της βλέμμα και εκείνος έλιωνε μέσα στα μάτια της, μέσα στα λόγια της,
-  Για ότι και αν συμβαίνει, για ότι και αν συμβεί, θα έχουμε για πάντα τον θησαυρό μας αγάπη μου, τις αναμνήσεις της ζωής μας. Αυτές κανείς δεν θα μπορέσει να μας τις στερήσει γιατί θα ζουν παντοτινά. Θα ζουν στις λεωφόρους και στα στενά δρομάκια της πόλης μας, στο γαλάζιο της θάλασσας. Θα ζουν στο μαβί φέγγος που τις νυχτιές αγκαλιάζει τις βουνοκορφές, στο άπειρο που μέσα στο σκότος του χορεύουν τα πιο λαμπερά χρώματα. Θα ζουν μέχρι την άκρη του σύμπαντος, στα πιο μακρινά αστέρια, εκεί που γεννηθήκαμε πριν δισεκατομμύρια χρόνια, εκεί που θα υπάρχουμε για πάντα αγάπη μου...


Της αγάπης τροβαδούρος
πλάι σου παντοτινά…



   Στην Μαρία μου, την αληθινή ηρωίδα αυτού του διηγήματος, στον άνθρωπο που με παρότρυνε να ταξιδεύω μέσα από την γραφή...

  Στους θείους μου Τάνια και Πέτρο Γιαννετάκη που έχουν τις δικές τους αναμνήσεις στο Μακεδονία Παλλάς. Ένα εξαιρετικό ζευγάρι που ενσαρκώνει όλες τις αξίες της ελληνικής οικογένειας. Δυο εξαιρετικούς ανθρώπους που έχω την τύχη να είναι σημείο αναφοράς στην ζωή μου. Θα ήθελα όμως ξεχωριστά να αφιερώσω αυτό το διήγημα στον Πέτρο Γιαννετάκη, με την ιδιότητα του ως ιατρός εδώ και δεκαετίες αντιμετωπίζει με καλοσύνη, ανθρωπιά, ανιδιοτέλεια, γλυκύτητα τον ασθενή, τον άνθρωπο που προσφεύγει στον ιατρό για καταφυγή, στον πόνο, στην απόγνωση…    


Α.  Δ. Ε. ΒΑΛΜΑΣ
Μάρτιος 2017




Θερμές ευχαριστίες:

ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΑΝ ΔΕΝΤΡΟ Η ΣΑΝ ΠΟΥΛΙ

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ, ΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ 
ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-227, ΒΡΑΧΝΑ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

Παρασκευή, Απριλίου 14, 2017

Ο κυρ Παναγιώτης, ο τσαγκάρης

Το άρωμα της Λαμπρής
Ο κυρ Παναγιώτης, ο τσαγκάρης



Μ. Σάββατο, 15 Απρίλιου 2017

   Μέσα στο μικρό μαγαζάκι του κυρ Παναγιώτη μύριζε έντονα η ψαρόκολλα, τα βερνίκια και τα πετσιά για τα μπαλώματα, η μυρωδιά της λεβάντας είχε χαθεί εδώ και καιρό. Οι σόλες, οι πάτοι και τα δέρματα, τα τρουκ, και τα φόντια μαζί με τις κερωμένες κλωστές περίμεναν να τους δώσει ζωή με την τέχνη του τσαγκάρη, που είχε μάθει από νεαρός κάλφας, σχεδόν 80 χρόνια πίσω. Γεμάτος ο χώρος από τα καλαπόδια, τα δέρματα, τα χρώματα και τα τακουνάκια. Φαλτσέτες, σφυριά, σουβλιά, βελόνες και ένας σωρός από τα εργαλεία της δουλειάς του ήταν πάνω στον πάγκο, ακόμα και στην σκούρα ποδιά που φορούσε για να μην λερώνεται. Πίσω του η μεγάλη μηχανή για το γάζωμα και παραδίπλα ο κατσαμπροκάς και οι τροχοί κάτω από τις οικογενειακές φωτογραφίες των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Στους τοίχους πάνω σε μεγάλα ράφια παντού έτοιμα παπούτσια σε διάφορα μεγέθη, όλα ομοιόμορφα, όλα καινούργια περίμεναν τους νέους κατόχους τους. Ο κυρ Παναγιώτης μόλις είχε μπει στην ένατη δεκαετία της ζωής του όμως δούλευε ασταμάτητα γιατί η καρδιά του δεν βάσταγε να κοιτά τόσο πόδια γυμνά. Είχε σηκωθεί αξημέρωτα για να δουλέψει κάποια ζευγάρια παπούτσια πριν έρθουν να τα πάρουν οι κυρίες από το Κιλκίς. Καθόταν στην καρέκλα του με το στόμα γεμάτο καρφάκια, που έβγαζε ένα – ένα και τα κάρφωνε όπως το είχαν συνήθειο όλοι οι παλιοί μάστορες. Όλη την Μεγάλη Εβδομάδα δεν σταμάτησε, μόνο την Μ. Πέμπτη το βράδυ που σταυρώνουν τον Χριστό ξαπόστασε για λίγο. Παλιά δεν έμπαινε στο εργαστήρι του όλη την εβδομάδα των Παθών, το είχε για αμαρτία, όμως όχι τώρα. Δεν θα σταματούσε, θα δούλευε ακόμα και όταν σε λίγες ώρες θα χτυπούσαν οι αναστάσιμες καμπάνες. Εκείνος επιθυμούσε η Ανάσταση να τον βρει στο τσαγκαράδικο του, φτιάχνοντας παπούτσια, για τους φτωχούς. Δεν είχε πολύ χρόνο στην ζωή, ίσως αυτό και να ήταν το τελευταίο Πάσχα της ζωής του, “Ο Θεός να με συγχωρέσει αλλά η ανάγκη των ανθρώπων δεν μπορεί να περιμένει” μονολόγησε κοιτώντας την φωτογραφία της γυναίκας του της Κλεοπάτρας που είχε πάντα απέναντι του…


Ένα ταιριαστό ζευγάρι


   Με την κυρά Κλεοπάτρα του έζησαν πολλά και όμορφα χρόνια. Αυτός ήταν οξύθυμος και φωνακλάς μα καλός νοικοκύρης, ο μπακλαβάς ήταν το μόνο πράγμα που έφτιαχνε και το είχε μεγάλο καμάρι όταν τον κέρναγε σε φίλους και γνωστούς σε όλες τις γιορτές του σπιτιού. Αυτή μειλίχια και γλυκιά, τον έφερνε πάντα στα νερά της. Νοικοκυρά πραγματική, κρατούσε συνετά το σπιτικό και ανέθρεψε με ήθος τα δυο τους παλικάρια. Στο Πολύκαστρο ήταν το σπιτάκι τους, σε ένα ευρύχωρο κομμάτι γης. Η αυλή τους είχε δέντρα και ένα κηπάκο με λουλούδια. Περιποιημένα παρτέρια και γλάστρες πήλινες ξεχείλιζαν απ’ τα πολύχρωμα λουλούδια που ομόρφαιναν το σπιτικό τους. Η λεβάντα ήταν το αγαπημένο φυτό της κυράς Κλεοπάτρας, το σπιτικό της πάντα μύριζε από την λεβάντα του κήπου της.


   Στην πίσω αυλή του όμορφου σπιτιού τους έβλεπε η πόρτα του τσαγκάρικου. Κάποτε ο κυρ Παναγιώτης έφτιαχνε και επιδιόρθωνε παπούτσια για όλο το Πολύκαστρο. Οι πελάτες του έρχονταν ακόμη και από τα χωριά του Κιλκίς γιατί ήταν ξακουστός τεχνίτης. Τα χειροποίητα παπούτσια που  κατασκεύαζε ήταν καλοδουλεμένα, γερά και όμορφα, είχαν φινέτσα και την δική τους “προσωπικότητα”. Μόνο λίγων τεχνιτών τα χέρια κατάφερναν να τα συνδυάσουν όλα αυτά μαζί. Όμως καθώς περνούσαν τα χρόνια οι άνθρωποι άρχισαν να αγοράζουν όλο και πιο πολύ τα φτηνότερα τυποποιημένα παπούτσια των εργοστασίων από Ευρώπη και Ασία. Μειώθηκε η δουλειά αλλά ο καλός τεχνίτης συνέχισε τουλάχιστον με τις επιδιορθώσεις να βγάζει αξιοπρεπώς το μεροκάματο του. Από αυτό το μικρό τσαγκάρικο στο πίσω μέρος του σπιτιού του, σπούδασε τα δυο αγόρια του. Αρχιτέκτων ο ένας και ο άλλος ηλεκτρολόγος – μηχανολόγος, μακριά τους όμως και τα δυο. Στον Καναδά ο ένας και ο άλλος στην Αυστραλία. Από ένα ταξίδι έκαναν με την Κλεοπάτρα του και χάρηκαν την προκοπή τους στους ξένους τόπους. “Παντού ευδοκιμεί ο Έλληνας, γιατί είναι σκληροτράχηλο φυτό και έχει καλή ρίζα, ευλογημένη” του άρεσε πάντα να λέει.


Ιούνιος 2015

   Λίγοι μήνες πέρασαν από τότε, Νοέμβριος του 2014 ήταν, στις 12 του.  Εκείνη την μέρα η κυρά Κλεοπάτρα του ξεκίνησε μόνη της το μακρινό ταξίδι για τον άλλο κόσμο. Φοβόταν αυτήν την στιγμή μα πάντοτε ο Παναγιώτης της, της έδινε κουράγιο. “Μαζί θα είμαστε, θα σου κρατώ σφιχτά το χέρι περιστέρι μου.” Εκείνη το γνώριζε πως δεν θα γίνει, πως δεν θα κρατήσει την υπόσχεση του όμως ήξερε πως όποιος φύγει πρώτος δεν θα μείνει εκεί επάνω μόνος του για πολύ…
  Ο κυρ Παναγιώτης στα 90 του έμοιαζε με βιβλική μορφή, βγαλμένη λες μέσα από τις σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης. Τα ολόλευκα του μαλλιά μακριά και το πρόσωπο του σκαμμένο από τα χρόνια με μεγάλα λευκά γένια. Τα μάτια του ανοιχτόχρωμα και παρά τα χρόνια του ακόμα ήταν καθαρά. Σαν θύμωνε ή ενθουσιαζόταν λες και πετούσαν σπίθες. Η παραφωνία με το πρόσωπο ερχόταν μόνο από τα ρούχα μιας και φορούσε μόνιμα τα τελευταία χρόνια παντελόνι με τιράντες, σαν τους Καναδούς φίλους του γιού του.
  Μετά τον θάνατο της αγαπημένης του όλοι το είδαν, μέρα με την μέρα κατέρρεε. Το κορμί του αδυνάτιζε και κάμπτονταν προς την γη, τα μάτια του θόλωναν, “Δεν θα αντέξει ο γέροντας μόνος του” διαπίστωναν όλοι. Ευτυχώς οι γειτόνισσες τον περιποιούνταν, κάθε μέρα όλο και κάτι του έφερναν για φαγητό όμως εκείνος δεν είχε όρεξη τσιμπούσε σαν πουλάκι. “Θα τηλεφωνήσω στους γιούς σου, να έρθουν να σε πάρουν αν δεν συνέρθεις κυρ Παναγιώτη” τον φοβέρισε μια τους, αλλά εκείνος δεν μόρφασε καν. Κλείστηκε στον εαυτό του παρέα ολημερίς με το ραδιοφωνάκι του. Το πίσω δωμάτιο, το τσαγκάρικο του το είχε ξεχάσει τελείως. Αρνιόταν να μπει να τακτοποιήσει τα υλικά του, να πιάσει το σφυρί, την φαλτσέτα του, να αλείψει κόλλα και να καρφώσει επιδέξια ένα τακουνάκι με τα ψηλά καρφάκια του. Τίποτα δεν του έκανε όρεξη πια…


Σεπτέμβριος 2015

  Τους τελευταίους μήνες στις ειδήσεις όλο και έλεγαν περισσότερο για τον πόλεμο στην Συρία για τους πρόσφυγες και τους οικονομικούς μετανάστες που περνούσαν κατά χιλιάδες στα νησιά του Αιγαίου. Δεν ήταν μόνο αυτό, στο Πολύκαστρο και στα γύρω χωριά στα σύνορα, άρχισαν να τους βλέπουν κιόλας. Περπατούσαν σε ομάδες από την Θεσσαλονίκη και μέσα από την εθνική οδό έφταναν ταλαιπωρημένοι στα σύνορα. Είχαν φτιάξει μικρές αυτοσχέδιες κατασκηνώσεις και τα βράδια προσπαθούσαν να περάσουν στα Σκόπια και από εκεί στην Σερβία με προορισμό την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. Παράνομα κυκλώματα πολλές φορές τους έπαιρναν ότι χρήματα είχαν και δεν είχαν και αφού τους χτυπούσαν τους παρατούσαν στα χωράφια. Όσοι ήταν τυχεροί τους περνούσαν τα βράδια κρυφά μέσα από τα περάσματα του ποταμού Αξιού, στο έδαφος των Σκοπιανών για μια αβέβαιη πορεία προς την Ευρώπη.
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πλήθαιναν τα καραβάνια των προσφύγων και των μεταναστών και η ροή τους απ’ τα ελληνοσκοπιανά σύνορα. Εκείνη την περίοδο η Γερμανία ανακοίνωσε πως θα δεχτεί ένα εκατομμύριο πρόσφυγες και πια εκατοντάδες λεωφορεία άρχισαν να τους φέρνουν για την διάβαση προς την γη της «επαγγελίας».
  Στο χωριό Ειδομένη χιλιάδες πρόσφυγες περίμεναν έξω στην ύπαιθρο μέχρι οι Σκοπιανοί να τους επιτρέψουν για κάποιες ώρες της ημέρας την διέλευση. Για το μέχρι τότε σχεδόν άγνωστο χωριό στο πανελλήνιο, άρχισε να γίνεται καθημερινή αναφορά στις ειδήσεις. Όλη αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε για μήνες μέχρι που τα σύνορα έκλεισαν ολοκληρωτικά και τα χωράφια έξω από την Ειδομένη γέμισαν με απελπισμένους ανθρώπους από την Αφρική και την Ασία. Οικογένειες με μικρά παιδιά, έγκυες, άρρωστοι, ανάπηροι, μόνοι άντρες και γυναίκες έγιναν ένα μέσα στις λάσπες και στο κρύο.
   Ο κυρ Παναγιώτης ένα φάντασμα του εαυτού του πια, καθόταν στο παράθυρο της κουζίνας τις περισσότερες ώρες της ημέρας και έβλεπε έξω στον κήπο. Όλα είχαν ερημώσει στον κάποτε υπέροχο κήπο του σπιτιού.
   Πριν μέρες είχε δει κάποιες σκιές να περνούν στο βάθος και να χάνονται μέσα στα δέντρα. Το μυστήριο δεν κράτησε για πολύ, η γειτόνισσα, η κυρία Νίτσα του είπε πως ήταν οι πρόσφυγες που περπατούσαν προς τα σύνορα και δημιουργούσαν προσωρινούς καταυλισμούς όπου έβρισκαν. Από εκείνη την στιγμή κάτι μέσα του τον παρακινούσε να βγει από την φυλακή του, να πάει να δει από κοντά αυτούς τους ανθρώπους. Δεν ήταν ανεξήγητο, καταλάβαινε γιατί είχε αυτήν την έντονη επιθυμία. Μέσα από αυτούς του ανθρώπους του σήμερα θυμήθηκε τις ιστορίες των δικών του γονιών και παππούδων, τα δικά του παιδικά χρόνια.
  Και η παρόρμηση του έγινε πράξη, ζήτησε από τον Κώστα το παιδί της συγχωρεμένης της ξαδέρφης του να τον πάει στον καταυλισμό του βενζινάδικου. Εκεί λύγισε είδε ανθρώπους απελπισμένους, πεινασμένους με ξεσκισμένα παπούτσια, παιδιά με γυμνά πόδια να περπατούν στα τσιμέντα και στην λάσπη.
  Τριγυρνούσε αρκετή ώρα κοιτώντας τα πόδια των ανθρώπων. Ο τσαγκάρης μέσα του είχε ξυπνήσει. Γυρνώντας στο σπίτι μπήκε αμέσως στο μικρό του μαγαζάκι και έπιασε δουλειά. Η δύναμη  για να ζήσει γύρισε ξανά μετά τον θάνατο της κυρά Κλεοπάτρας του, όση ζωή και αν του απέμενε δεν θα την χαράμιζε…
  Για μήνες ο ενενηντάχρονος τσαγκάρης έφτιαχνε, μπάλωνε, διόρθωνε παπούτσια και για τους πρόσφυγες μα και για φτωχές οικογένειες της περιοχής. Μια εθελοντική οργάνωση κυριών από την πόλη του Κιλκίς μοίραζε τα παπούτσια σε αυτούς που είχαν ανάγκη.
  Πρώτη φορά χαιρόταν τόσο πολύ για την δουλειά του, έδινε, μόνο έδινε. Ζούσε από το φαγητό που του έφερναν οι γειτόνισσες – τώρα πια το καταβρόχθιζε με όρεξη σαν έφηβος – και όλη του την σύνταξη την έδινε για τα υλικά που χρειαζόταν τα παπούτσια. Και οι γιοι του μόλις έμαθαν, περήφανοι για τον πατέρα τους του έστειλαν αμέσως χρήματα. Όλοι καμάρωναν για αυτόν, τον ανακάλυψαν και οι δημοσιογράφοι, μέχρι και στις ειδήσεις είπαν για την δύναμη ψυχής και την μεγάλη του καρδιά. 



Απρίλιος 2017

Είχε φτάσει Μ. Τρίτη, τα χωράφια είχαν γεμίσει κίτρινα αγριολούλουδα και παπαρούνες. Ο κυρ Παναγιώτης ακούραστος μέσα στο εργαστήρι με την φωτογραφία της γυναίκας του και το τρανζιστοράκι του για παρέα, άκουγε τις ακολουθία σιγοψιθυρίζοντας και αυτός μαζί με τους ψαλτάδες.

“Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν…”

Ξάφνου του ήρθε η σκέψη του Κώστα, είχε χαθεί, είχε να περάσει καιρό, να πει έστω ένα γεια. Το ανίψι του ήταν καμιά πενηνταριά χρονών, εργένης, όσο μπορούσε την γλεντούσε την ζωή του. “Βρε πότε θα κάνεις εσύ οικογένεια” του έλεγε ο γέροντας “δεν βαριέσαι τα από εδώ και τα από εκεί; Τα χρόνια περνάνε σαν νερό…”  Την τελευταία φορά που ο κυρ Παναγιώτης τον είχε δει πηγαίνοντας για τον καταυλισμό δεν είχε καθόλου καλή όψη, ένα ελαφρά κίτρινο χρώμα είχε απλωθεί σε όλο του πρόσωπο.



Μ. Τετάρτη βράδυ ήταν και ο Κώστας μπήκε στο τσαγκάρικο. Σαν σήκωσε το κεφάλι από την γαζομηχανή και τον είδε στο φως από τις λάμπες, τρόμαξε. Δεν ήταν αυτός ο Κώστας με το πάντοτε περιποι-ημένο μακρύ μαλλί του, το πλατύ χαμόγελο και την ενίοτε σαρκα-στική διάθεση. Στεκόταν στην πόρτα σκεπτικός με το χρώμα του ωχρό, άρρωστο. Συντετριμμένος ο γέροντας άκουσε τον ανιψιό του να του λέει πως έχει μια επιθετική μορφή καρκίνου, οι γιατροί δεν του έδιναν πολύ καιρό. Δάκρυσε ο γέροντας “Αχ παιδί μου μακάρι ο Θεός να μου έκοβε εμένα χρόνια και να στα έδινε”. Χαμογέλασε πικρά ο Κώστας και έβγαλε από την τσέπη του ένα μάτσο χρήματα,

“Πάρτα θείε Παναγιώτη, πριν τα μάζευα για τέσσερα ζαντολάστιχα, για την BMW μου. Πόσο λίγη σημασία έχουν τώρα όλα αυτά, έτσι θα ζεσταθούν τόσοι άνθρωποι. Ας είναι ένα μικρό μνημόσυνο για την ψυχή μου…”
  

Ανάσταση του Κυρίου, 16 Απρίλιου 2017

   Οι καμπάνες στους ναούς του Πολυκάστρου αντηχούσαν σε όλη την πόλη απ’ άκρη σε άκρη μαζί με τα βεγγαλικά
που φώτιζαν τον κάμπο, μέχρι τα σύνορα. Μόλις επέστρεψαν στο σπίτι από την εκκλησία η κυρά Νίτσα μαζί με τον άντρα της και την κυρά Βασιλική κρατώντας ένα φαναράκι με το Φως της Αναστάσεως, κόκκινα αυγά, τσουρέκι και μαγειρίτσα κίνησαν για το σπίτι του τσαγκάρη. Οι δυο γυναίκες τον είχαν έγνοια και ήξεραν πόσο κουράζετε στην ηλικία του. Ήξεραν όμως και πως αυτός ο σκοπός του έδινε τώρα ζωή.  
   Απέξω το τσαγκάρικο φαινόταν σκοτεινό, σκοτεινό και σιωπηλό.  “Ο κυρ Παναγιώτης έχει κλείσει τα φώτα για να υποδεχθεί το Άγιο Φως” υπέθεσαν. “Κυρ Παναγιώτη” του φώναξαν δυο τρεις φορές, καμία απόκριση. Η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη, την άνοιξαν, μπήκαν στο εσωτερικό και άναψαν το φως. Ο χώρος είχε μια έντονη ευωδιά, όχι δεν μύριζε ούτε η ψαρόκολλα, ούτε τα πετσιά και τα βερνίκια, μύριζε ένα λεπτό άρωμα λεβάντας.
  Βρήκαν τον γέροντα ακουμπισμένο πάνω στο πάγκο με τα εργαλεία του. Τα λευκά του μαλλιά μισοσκέπαζαν ένα ολοκαίνουργιο ζευγάρι παπούτσια. Το πρόσωπο του ήταν στραμμένο στην φωτογραφία της Κλεοπάτρας του, τα γαλανά του μάτια έμειναν ανοικτά να την κοιτούν. Πλάι στο χέρι του βρήκαν ένα κομμάτι χαρτί έξω από έναν μικρό φάκελο. Οι γειτόνισσες θυμήθηκαν πως όταν ζούσε η κυρά Κλεοπάτρα αυτή η ευωδιά, η αγαπημένη της λεβάντα πλημμύριζε το σπίτι.
“ Άγιασε ο γέροντας” φώναξε η κυρά Βασιλική, “μέχρι το στερνό λεπτό του δούλευε για τον Χριστό…”

  Λίγη ώρα αργότερα οι αστυνομικοί ανακοίνωσαν σε όλους που είχαν μαζευτεί έξω απ’ το τσαγκάρικο πως η πηγή της λεβάντας βρέθηκε. Κανένας όμως, ακόμα και οι ίδιοι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πως γίνεται όλο το σπίτι του τσαγκάρη και ο κήπος ακόμη να έχει γεμίσει με τέτοια ευωδιά από μια μοναχά, μια τόσο δα μικρή χουφτίτσα ξερής λεβάντας που βρέθηκε στο χέρι του γέρου τσαγκάρη. Βρέθηκε μαζί με το γράμμα. Ήταν ένα ευχαριστήριο γράμμα που του είχαν φέρει οι κυρίες από το Κιλκίς λίγες ώρες πριν, όταν ήρθαν για να πάρουν τα τελευταία παπούτσια που έφτιαξε ο κυρ Παναγιώτης. Ήταν ένα ευχαριστώ από μία έφηβη, παιδί μιας μονογονεϊκής οικογένειας που αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ευχαριστούσε τον άγνωστο ευεργέτη του,

Σας ευχαριστώ πολύ, σας υπόσχομαι ότι θα τα προσέχω σαν τα μάτια μου. Όλη την Μεγάλη Eβδομάδα που θα πηγαίνω στην εκκλησία δεν θα ντρέπομαι για τα παπούτσια μου, στην Ανάσταση θα τα δείχνω και θα καμαρώνω. Είναι το μοναδικό καινούργιο ζευγάρι παπούτσια που φόρεσα στην ζωή μου και η λεβάντα το μόνο πράγμα που έχω να σας χαρίσω, μαζί με την αγάπη μου.

Κλεοπάτρα.


Α.  Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ
ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2017

  Έμπνευση για αυτό το διήγημα στάθηκε μια είδηση που άκουσα πριν λίγους μήνες στο ράδιο Θεσσαλονίκη, από την δημοσιογράφο Θεοδώρα Καραγκιουλάχ για έναν ενενηντάχρονο που βοηθούσε φτωχές οικογένειες. Όπως πάντα θέλησα να το μοιραστώ μαζί σας άμεσα, όπως κάθε φορά τα τελευταία δέκα χρόνια. Σας εύχομαι ολόψυχα υγεία και ευτυχία στις ζωές σας. Καλή Ανάσταση. Κλείνω με τα λόγια του παπά Στρατή, ένα παντοτινό μήνυμα αγάπης για τον συνάνθρωπο… 

"Αγαπητοί φίλοι και φίλες, σήμερα φεύγω στο νοσοκομείο για το καινούργιο πρόβλημα καρκίνου που μου βρήκαν. Παρακαλώ πολύ για μια προσευχή και πιστεύω ότι γρήγορα θα γυρίσω δυνατός κοντά σας. Σας ευχαριστώ όλους και ιδιαίτερα τους ενορίτες μου για την αγάπη και την συμπαράσταση που μου δείχνουν. Επίσης, θέλω να σας πω ότι οι άνθρωποι του κόσμου, οι άνθρωποι του πολέμου, τα παιδιά που αναζητούν την ελπίδα είναι αδέρφια μας και η Αγκαλιά θα συνεχίσει να βρίσκεται κοντά τους και να τους δίνει την ελπίδα για την επόμενη μέρα. Σας προτρέπω να αγωνίζεστε όσο μπορείτε καθημερινά, για την ειρήνη και την αγάπη. Μόνο έτσι λεγόμαστε άνθρωποι."

Ο παπά Στρατής έφυγε για τον ουρανό το 2015, σε ηλικία 57 ετών.

Αφιερωμένο στην μνήμη του φίλου Κώστα, του θείου Παναγιώτη του τσαγκάρη και του Απόστολου Τερζήμπαση.
Σε όλους όσους εθελοντικά δίνουν τον χρόνο και την ψυχή τους για τον συνάνθρωπο.

Θερμά ευχαριστώ για πολλοστή φορά στον φίλο μου, τον ζωγράφο Ντίνο Παπασπύρου για τις εξαιρετικές ζωγραφιές του:

1. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ-38, Το παλιό μας σπίτι στη λεωφόρο Στρατού 1Α, τέμπερα, 2000
2. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-144, Σιταροχώραφο με παπαρούνες και δέντρο, τέμπερα 30Χ20 εκ., 2009, Κωδ. 618
3. ΤΜΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑ, Πάσχα στη Μονή Βλαχερνών (Κέρκυρα), τέμπερα, 23Χ16 εκ., 1989

ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΓΗ